Ορισμένοι λόγοι για να φέρει ο γονιός το παιδί του

 στον ψυχολόγο

 

Στη σχολική κοινότητα συχνά παρατηρούνται παιδιά με προβλήματα συμπεριφοράς που προκαλούν δυσάρεστες καταστάσεις είτε στον εαυτό τους είτε στους συμμαθητές και τους δασκάλους τους. Τα εσωτερικευμένα προβλήματα, όπως είναι το άγχος και η καταθλιπτική συμπεριφορά, αναστατώνουν τον ίδιο το μαθητή, ενώ τα εξωτερικευμένα προβλήματα, όπως η υπερκινητικότητα και η επιθετική συμπεριφορά, αναστατώνουν το δάσκαλο και τους συμμαθητές. Πολλές φορές οι δάσκαλοι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα αυτά και ζητούν την παρέμβαση των γονιών, ενώ οι συχνά οι γονείς κατηγορούν τους δασκάλους για ανεπαρκή χειρισμό των καταστάσεων. Στην πραγματικότητα, για να μπορέσουν να λυθούν παρόμοια προβλήματα, είναι απαραίτητη η συνεργασία των γονιών, του δασκάλου και του ίδιου του μαθητή. Αν με τη συνεργασία αυτή δε φανεί βελτίωση, τότε χρειάζεται να ανατρέξει ο γονιός και στον ειδικό, στον ψυχολόγο.

Σε γενικές γραμμές, ο γονιός χρειάζεται να ζητήσει τη γνώμη του ψυχολόγου όταν παρατηρήσει μια αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού, ή στο συναίσθημά του, ή όταν θεωρήσει πως παρουσιάζει συμπεριφορά ακατάλληλη για την ηλικία του. Ειδικότερα, ορισμένοι, από τους λόγους για τους οποίους χρειάζεται να ανατρέξει στον ψυχολόγο είναι οι εξής:

  • Καταθλιπτικό συναίσθημα
  • Απόσυρση - απομόνωση
  • Δυσκολίες στον ύπνο
  • Σχολική φοβία
  • Άγχος εξετάσεων
  • Ενούρηση – εγκόπρηση
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Άγχος λόγω μαθησιακών δυσκολιών
  • Τραυλισμός
  • Τικ
  • Διασπαστική συμπεριφορά
  • Υπερκινητικότητα
  • Ευερεθιστότητα
  • Επιθετικότητα – παρορμητικότητα
  • Παραβατική συμπεριφορά
  • Οικογενειακά προβλήματα
  • Επιπτώσεις από διαζύγιο γονέων
  • Κακοποίηση
  • Επιπτώσεις μετά από θάνατο προσφιλούς προσώπου
  • Υποψία χρήσης ουσιών

 

Όταν οι γονείς αντιληφθούν τη δυσκολία, χρειάζεται να κάνουν πρώτα οι ίδιοι μια επίσκεψη στον ψυχολόγο, προκειμένου να του δώσουν τις ανάλογες πληροφορίες για το παιδί. Κατόπιν, χρειάζεται να ενημερώσουν το παιδί για την επίσκεψη που θα πρέπει να κάνει εκείνο. Η ενημέρωση είναι πάντα προσαρμοσμένη στην ηλικία του παιδιού. Για παράδειγμα, σε ένα παιδί που πάει στο δημοτικό, ο γονιός μπορεί να του πει: «Έκλεισα ένα ραντεβού για εμάς με την Κα…….(προσθέστε το όνομα του ειδικού) για……(π.χ. την δυσκολία σου να παρακολουθήσεις με προσοχή τα μαθήματα στο σχολείο - προσθέστε το πρόβλημα του παιδιού αντίστοιχα). Έπειτα εξηγήστε στο παιδί τι κάνει ένας ψυχολόγος. Για παράδειγμα: « Η Κα…….είναι εκπαιδευμένη να βοηθάει τους ανθρώπους να καταλαβαίνουν τα προβλήματά τους και τα συναισθήματά τους. Δεν είναι γιατρός, δεν θα σου πάρει την θερμοκρασία, ούτε θα σου κάνει ένεση. Θα μιλήσει μαζί σου, θα σε ρωτήσει για τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου και θα σου δώσει κάποια παιχνίδια, παζλς ή εικόνες για να παίξεις».

Αν το παιδί είναι στην εφηβεία και αντιδράσει λέγοντας πως δε θέλει να επισκεφτεί ψυχολόγο επειδή δεν είναι «τρελό», τότε μπορείτε να του απαντήσετε ως εξής:  «Καταλαβαίνω ότι δεν θες να πας. Πολλοί άνθρωποι πάνε σε ψυχολόγους αλλά πολλοί λίγοι από αυτούς συμπεριφέρονται με έναν «τρελό» τρόπο. Δεν πιστεύουμε ότι είσαι τρελός αλλά κάποιες φορές αντιδράς με έναν τρόπο που μας προβληματίζει. Ανησυχούμε για εσένα και θέλουμε να πάρουμε κάποιες συμβουλές. Εάν είχες στομαχόπονο ή πονόδοντο θα πηγαίναμε μαζί σου στον γιατρό. Με τον ίδιο τρόπο αφού έχεις κάποιες συναισθηματικές δυσκολίες (ή κάποιο άγχος) είναι καθήκον μας να σου παρέχουμε την κατάλληλη βοήθεια».

Κάθε παιδί, βέβαια, χρειάζεται μια ειδική μεταχείριση, επομένως οι γονείς μπορούν να συζητήσουν στην πρώτη τους επίσκεψη στον ψυχολόγο το πώς ακριβώς θα το προετοιμάσουν για την επίσκεψή του.