Το άγχος στην καθημερινότητά μας

 

Το άγχος είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι και μας ενδιαφέρει όλους. Το έχει ο εργαζόμενος που προσπαθεί να βγάλει τον επιούσιο, το έχει ο γονιός που σκέφτεται το μέλλον του παιδιού του, το έχει ο φοιτητής που θα εξεταστεί σε μάθημα στη Σχολή του, ακόμη και το μικρό παιδί που θα πει για πρώτη φορά ένα ποίημα μπροστά στους συμμαθητές του. Τελικά όμως, γιατί υπάρχει άγχος; Μήπως η ύπαρξή του είναι χρήσιμη σε κάτι;

Το άγχος είναι ένας φυσικός μηχανισμός προειδοποίησης και ασφάλειας. Ο μηχανισμός αυτός προετοιμάζει τον οργανισμό για δράση σε καταστάσεις κινδύνου. Η αδρεναλίνη αυξάνει, κι αυτό προκαλεί σωματικά συμπτώματα όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, και άλλα. Όταν, λοιπόν, μια κατάσταση θεωρείται επικίνδυνη, παρατηρούνται οργανικές, συμπεριφοριστικές και γνωστικές αλλαγές. Αν υποθέσουμε πως κάποιος μας επιτίθεται για να μας ληστέψει την τσάντα, τότε ο μηχανισμός του άγχους ενεργοποιείται προκειμένου να σκεφτούμε τι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε για να γλιτώσουμε και να τρέξουμε για να αποφύγουμε τον κίνδυνο και μάλιστα όλα αυτά σε λίγα δευτερόλεπτα.

Όταν αποσκοπεί στην προστασία από πραγματικούς κινδύνους, τότε το άγχος θεωρείται φυσιολογικό και μας βοηθά να ξεφύγουμε από τον κίνδυνο. Όταν, όμως, ο κίνδυνος δεν είναι πραγματικός, τότε θεωρείται παθολογικό.

Τα αγχώδη άτομα βλέπουν τον κόσμο μέσα από ένα τριπλό πρίσμα: Θεωρούν τον εαυτό τους ευάλωτο στην κατάθλιψη, παρουσιάζουν έλλειψη αυτοπεποίθησης, αποφυγή και αυξημένη εξάρτηση. Θεωρούν τον κόσμο απειλητικό κι έχουν ταραγμένο ύπνο, έλλειψη αυθορμητισμού, χαμηλή αυτοσυγκέντρωση. Θεωρούν το μέλλον απρόβλεπτο και βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση.

Είναι εύκολο να εντοπίσουμε τα αγχώδη άτομα, αρκεί να προσέξουμε κάποια χαρακτηριστικά τους.

  • Συνήθως υποτιμούν την προσωπική τους ικανότητα και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Θεωρούν πως πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος από αυτούς.

 

  • Είναι τελειομανείς, αφού δεν ικανοποιούνται από το μέτριο ούτε από το καλό.
  • Προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους άλλους, συχνά παραβλέποντας τις δικές τους ανάγκες
  • Είναι ευαίσθητοι απέναντι στην κριτική των άλλων. Θεωρούν δηλαδή πως η κριτική τους προσβάλλει και τους μειώνει.
  • Νιώθουν υπερβολικό φόβο για πιθανό εξευτελισμό σε κοινωνικές καταστάσεις, γι΄ αυτό και συχνά αποφεύγουν να κάνουν κάτι που θα τους φέρει σε αντιπαράθεση με τον κόσμο, για να μη «γίνουν ρεζίλι».
  • Επικεντρώνουν πολύ την προσοχή τους με σκοπό την πρόβλεψη και αποφυγή μελλοντικών απειλών και κινδύνων.

 

Το άγχος δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια, αλλά μπορούμε να το κατανοήσουμε από τον τρόπο που παρουσιάζεται στο σώμα μας. Συγκεκριμένα:

  • Περισσότερο αίμα κατευθύνεται προς τον εγκέφαλο ούτως ώστε να αυξηθεί η δραστηριότητά του. Έτσι έχουμε πονοκεφάλους, ημικρανίες και βούισμα στα αυτιά.
  • Ο μυικός τόνος αυξάνεται κι έχουμε προβλήματα στην εστίαση των ματιών, τρεμούλες, πιάσιμο του λαιμού και του κεφαλιού, μυϊκούς πόνους, ρίγη, ανατριχίλες.
  • Το πεπτικό σύστημα διαταράσσεται κι εκδηλώνονται πόνοι στο στομάχι, ναυτία, εμετός, στομαχικές κράμπες, στεγνό στόμα, δυσκολία στην κατάποση.
  • Διαταράσσεται η λειτουργία των εντέρων και υπάρχει διάρροια.
  • To άτομο νιώθει ασφυξία, μείωση της αναπνοής, καταναγκαστικό αναστεναγμό, τέντωμα του προσώπου, των χεριών ή όλου του σώματος.
  • Η καρδιά λειτουργεί γρηγορότερα για να στείλει αίμα και οξυγόνο στους μυς και στον εγκέφαλο (ταχυκαρδία)
  • Συπτώματα αποτελούν και η αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση και οι παραισθήσεις. Το άτομο μπορεί να πιστέψει ότι σημαντικές αλλαγές πραγματοποιούνται είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά στο περιβάλλον: δεν αισθάνεται αληθινά τα πράγματα γύρω του, έχει αισθήματα αποκοπής και ο κόσμος του φαίνεται μακρινός.

 

Φαίνεται, λοιπόν, πως κάποια άτομα λειτουργούν πιο αγχωτικά σε σχέση με άλλα. Σίγουρα αυτό έχει να κάνει αφενός με την ιδιοσυγκρασία τους, αφετέρου με τον τρόπο που έχουν μάθει να σκέφτονται. Η αγχωτική σκέψη ορισμένων ατόμων οφείλεται στη επίμονη, αθέλητη και αυθαίρετη είσοδο αυτόματων σκέψεων, των οποίων το περιεχόμενο εμπεριέχει πιθανή οργανική ή πνευματική βλάβη. Πχ

  • Πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια.
  • Πρέπει να ευχαριστώ τους πάντες για να με αγαπούν.
  • Αν πω κάτι λάθος, θα γίνω ρεζίλι και θα με κοροϊδεύουν.
  • Είμαι κατώτερος από τους άλλους αφού δεν έχω σπουδάσει.
  • Αν δε δώσω χαρτζιλίκι στα εγγόνια μου, δε θα με αγαπούν.

 

Αν η σκέψη μας δε χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να μας οδηγήσει σε καταστάσεις άγχους. Μπορεί κάποιος, για παράδειγμα, να βγάλει κάποια αυθαίρετα συμπεράσματα κατά την εκτίμηση μιας κατάστασης. Αυτά είναι συμπεράσματα που εξάγονται χωρίς να έχουν εξεταστεί επαρκώς όλα τα στοιχεία μιας κατάστασης και χωρίς να έχει ελεγχθεί αν τα δεδομένα είναι πραγματικά. πχ. Ένας φοιτητής που δεν είναι τελείως ικανοποιημένος από τη μελέτη του λέει: «Όπως πάω, σίγουρα θα αποτύχω», ή κάποιος που έχει ταλαιπωρηθεί από ένα συνάχι αρκετές μέρες λέει: «ποτέ δε θα γίνω καλά».

 Μπορεί ακόμη να κάνει επιλεκτική αφαίρεση, δηλαδή να αξιολογήσει μια κατάσταση με βάση μία μόνο από τις πολλές πλευρές της και όχι στο γενικό σύνολο των στοιχείων που τη συνθέτουν. Πχ. κάποιος αγνοεί χαρούμενα γεγονότα ή επιτυχίες του λέγοντας πως αυτά δε μετράνε.

Λάθος είναι και όταν γενικεύει κάποιος μια κατάσταση και θεωρεί πως θα γίνεται συνέχεια. πχ. «Τι άτυχος που είμαι! Τα πουλιά λερώνουν πάντα το δικό μου αυτοκίνητο».

Αγχωτική κατάσταση αποτελεί και όταν κάποιος διχοτομεί απόλυτα τα πράγματα και τις καταστάσεις σε κατηγορίες «άσπρου – μαύρου». Πχ. κάποιος θεωρεί ότι απέτυχε τελείως, εάν σε κάποιες εξετάσεις δεν αριστεύσει.

 

Για να μπορεί το άτομο να αναγνωρίζει και να ελέγχει αυτές τις σκέψεις πρέπει να εκπαιδευτεί, δηλ. να κάνει ψυχοθεραπεία. Οι λανθασμένες εκτιμήσεις του κινδύνου, οι

καταστροφικές ερμηνείες των σωματικών συμπτωμάτων και οι σχετικές αυτόματες αρνητικές σκέψεις ανακυκλώνουν το άγχος μας. Η αναγνώριση και η διόρθωσή τους είναι τα δυο πιο σημαντικά μέρη της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής θεραπείας.

Κατά τη γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία, αυτό που κάνουμε είναι να παρατηρούμε τα άσχημα συναισθήματα και να ξεχωρίζουμε αρνητικές σκέψεις και εικόνες, καθώς είναι η αιτία της αγχωτικής διάθεσης. Κατόπιν, αναγνωρίζουμε τη σχέση μεταξύ σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφοράς για να κατανοήσουμε πώς αυτά αλληλεπιδρούν και μας επηρεάζουν. Στη συνέχεια, εξετάζουμε τις αποδείξεις που στηρίζουν καθώς και τις αποδείξεις που δε στοιχειοθετούν τις αρνητικές σκέψεις. Ο στόχος είναι να τις αντικαταστήσουμε με πιο ρεαλιστικές και θετικές ερμηνείες για τις ίδιες σκέψεις. Στο τέλος, δοκιμάζουμε τις νέες θετικές σκέψεις και εκτιμούμε το αποτέλεσμα. Σημασία, λοιπόν, έχει να συνδέσει το άτομο τις αγχωτικές σκέψεις με νέες θετικές για να αναπλαισιώσει την κατάσταση και να τη δει πιο αισιόδοξα.

            Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη θεραπεία αυτή σε μία φράση, αυτή θα ήταν: «Μάθε να ελέγχεις το άγχος πριν σου δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα».

 

 

Βιβλιογραφία

·         Beck, A.T., Emery,G.(with Greenberg, R)( 1985). Anxiety Disorders and phobias. Basic Books, New – York.

·         Hoehn – Saric, R., & McLeod, D.R. (1988).Panic and Generalized Anxiety Disorders. In C.G. Last & M. Hersen (eds), Handbook  of Anxiety Disorders, Pergamon Press, Oxford.

·         Καλπάκογλου, Θ.( 1998). «Άγχος και πανικός», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα

·         Zane , M.D.,  Milt, H. ( 1984). Your phobia: understanding your fears through contextual therapy. Washington DC: American Psychiatric Press.