Παραβατική συμπεριφορά: Προλαμβάνεται ή όχι;

 

Το φαινόμενο της παραβατικής συμπεριφοράς των παιδιών προβληματίζει πολύ στις μέρες μας την ελληνική κοινωνία. Διεξοδικές έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στην Αγγλία και σε άλλες χώρες για την ανίχνευση και την αντιμετώπιση του φαινομένου, -του λεγόμενου «bullying»-, ενώ στα ελληνικά πλαίσια πλέον δεν παρατηρείται μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στις επαρχιακές πόλεις.  

Συχνά τα παιδιά με παραβατική συμπεριφορά δημιουργούν «συμμορίες». Τα παιδιά αυτά συνήθως μιλούν άσχημα σε άλλα, τα ενοχλούν, τα απειλούν, τα τρομάζουν, τα χτυπούν, τα σπρώχνουν, τους πετούν πράγματα, καταστρέφουν αντικείμενά τους ή τα αναγκάζουν να κάνουν πράγματα που δε θέλουν. Κάποια το κάνουν για να τραβήξουν την προσοχή των άλλων, κάποια γιατί τους αρέσει να φοβίζουν άλλους, κάποια επειδή ζηλεύουν τα παιδιά που ενοχλούν, και άλλα επειδή και τα ίδια ήταν θύματα ενόχλησης.

Τα θύματα συνήθως είναι παιδιά με κάποια διαφορετικότητα είτε στη φυλή είτε στο χρώμα τους δέρματος είτε στον τρόπο που μιλούν είτε στο ύψος τους είτε στο όνομά τους. Ορισμένα παιδιά γίνονται θύματα ενόχλησης επειδή δεν υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Η ενόχληση αυτή μπορεί να γίνει για ορισμένα απαρχή σχολικής φοβίας και να μη θέλουν να πάνε στο σχολείο προβάλλοντας προφάσεις. Κάθε παιδί χρειάζεται να ξέρει πως αν τύχει και πέσει θύμα τέτοιας συμπεριφοράς πρέπει οπωσδήποτε να το αναφέρει σε κάποιον ενήλικα. Τη στιγμή του πειράγματος είναι καλό να αγνοήσει τους «ενοχλητικούς» του επισκέπτες και να φύγει μακριά τους. Όσο είναι εφικτό χρειάζεται να βρεθεί κοντά σε άλλα παιδιά – φίλους του ή όχι-, γιατί έχει φανεί πως ο «ενοχλητικός» δε θα πειράξει εύκολα παιδί που βρίσκεται σε ομάδα. Ακόμη καλύτερο είναι να βρεθεί κοντά σε άλλους ενηλίκους που θα αποτελέσουν μια μορφή προστασίας γι’ αυτόν.

 Έρευνες δείχνουν πως ένα ποσοστό υπερκινητικών παιδιών που δε βοηθηθεί, στην εφηβεία θα αναπτύξει παραβατική συμπεριφορά. Με το ίδιο σκεπτικό, ένα ποσοστό των έφηβων παραβατών που δε βοηθηθούν, στην ενήλικη ζωή θα αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Αυτό δείχνει πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη παρέμβαση. Ο «μικρός παραβάτης» χρειάζεται να μάθει πόσο σημαντικό είναι να ελέγχει το θυμό του και να αποκτήσει ικανότητες ενσυναίσθησης των άλλων. Ως προς αυτό, τον ουσιαστικότερο ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς ή κηδεμόνες τους.  Υπάρχουν πάμπολλες ενδείξεις ότι συναισθηματικές δεξιότητες, όπως ο έλεγχος των παρορμήσεων μπορεί να διδαχθεί. Τα παιδιά χρειάζεται να αποκτήσουν συναισθηματική αυτορρύθμιση, δηλαδή την ικανότητα να αρνούνται την παρόρμηση με απώτερο στόχο να λύνουν τις διαφορές τους με συζήτηση και ηρεμία, παρά με επιθετικότητα και παρορμητική συμπεριφορά.

         Ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς συμπεριφέρονται στα παιδιά τους  έχει βαθιά και διαρκή επίδραση στη συναισθηματική ζωή του παιδιού. Οι συναισθηματικά επαρκείς γονείς μπορούν να τους μάθουν πώς να αναγνωρίζουν, να χειρίζονται και να χαλιναγωγούν τα συναισθήματά τους, αλλά και να κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων. Στιγμές που χαρακτηρίζουν την επαφή μεταξύ παιδιού και γονιών, διαπλάθουν τις συναισθηματικές προσδοκίες του παιδιού ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, προσδοκίες που θα δώσουν το στίγμα της συμπεριφοράς του σε κάθε σφαίρα της ζωής του, είτε προς το καλό είτε προς το κακό. Με τον ίδιο τρόπο η παραμέληση ή η κακοποίηση, η έλλειψη εναρμόνισης από έναν υπεραπασχολημένο ή αδιάφορο γονέα ή η βίαιη συμπεριφορά μπορεί ν’ αφήσουν τα ίχνη τους στην ιδιοσυγκρασία τους.  Μια μελέτη πάνω σε παιδιά που υπήρξαν θύματα κακής μεταχείρισης αποκάλυψε ότι τα παραμελημένα παιδιά συμπεριφέρονταν χειρότερα απ’ όλα: ήταν τα πιο αγχωτικά, τα πιο απρόσεκτα, τα πιο απαθή, η δε έκδηλη συμπεριφορά τους χαρακτηριζόταν από μια αλληλοδιαδοχή αντιδράσεων επιθετικότητας και απομόνωσης. Τα παιδιά αυτά χρειάστηκε να επαναλάβουν την πρώτη δημοτικού σε ποσοστό 65%.

Επίσης, καθώς οι γονείς λειτουργούν ως πρότυπα, η επιθετική και παρορμητική συμπεριφορά των γονιών είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει μια ανάλογη συμπεριφορά και από τα παιδιά. Γι΄ αυτό οι γονείς θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στο πώς διαπαιδαγωγούν το παιδί τους και στο πώς συμπεριφέρονται μπροστά του, για να μην εκπλαγούν διαπιστώνοντας την εμπλοκή του σε παραβατικές συμπεριφορές.  

                Στο επίπεδο του σχολείου, όταν παρατηρηθεί μια τέτοια συμπεριφορά, χρειάζεται να ενημερωθούν οι γονείς των εμπλεκόμενων παιδιών και να συζητηθεί μια λύση. Οι καθηγητές και οι δάσκαλοι χρειάζεται να παρατηρούν τα παιδιά σε κάθε διάλειμμα, ώστε να εντοπίζουν έγκαιρα τέτοιες καταστάσεις. Οι παιδαγωγικές παρατηρήσεις πρέπει να γίνονται συστηματικά στο παιδί που ενοχλεί και να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι εκτόνωσής του. Επίσης, χρειάζεται να γίνει προληπτική ενημέρωση σε όλα τα παιδιά ως προς τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους σε περίπτωση ανάγκης. Κατά τη διάρκεια αυτής της ενημέρωσης καλό είναι να τονιστεί πόσο πρέπει κανείς να σέβεται τα δικαιώματα και την προσωπικότητα του συμμαθητή του και το ότι υπάρχουν συνέπειες σε μια επιθετική συμπεριφορά. Και όλα αυτά, για να νιώθουν τα παιδιά πιο ασφαλή στο σχολικό περιβάλλον.